Τα συστατικά στοιχεία του έρωτα και η πορεία τους στο χρόνο

Τα συστατικά στοιχεία του έρωτα και η πορεία τους στο χρόνο

Πολλοί ερευνητές έχουν προσπαθήσει να εξηγήσουν το πολύπλοκο φαινόμενο του έρωτα και τον ρόλο που διαδραματίζει στη στενή διαπροσωπική σχέση. Δεδομένου ότι η απόχρωση και ο ρόλος του έρωτα σε μία σχέση διαφέρουν από άτομο σε άτομο και ανάλογα με το είδος της σχέσης, έχουν προταθεί διαφορετικές θεωρητικές προσεγγίσεις που στοχεύουν στη διάκριση μεταξύ διαφορετικών εμπειριών.

Μία πρώτη διάκριση προτείνεται από την Rubin (1970, σε Masuda, 2003), η οποία διαφοροποιεί την αρέσκεια από τον έρωτα. Από τις πιο γνωστές κατηγοριοποιήσεις του έρωτα είναι εκείνη που διακρίνει μεταξύ του έρωτα πάθους και του συντροφικού έρωτα (Hatfield&Walster, 1978 σε Masuda, 2003). O Lee (1973 σε Hendrick&Hendrick, 2006) προτείνει έξι τύπους έρωτα, ενώ ο Sternberg (1986) υποστηρίζει ότι διακρίνονται οκτώ είδη έρωτα.

Σύμφωνα με την Τριγωνική θεωρία του Sternberg (1986), οι σχέσεις αποτελούνται από τρία συστατικά στοιχεία τα οποία είναι η εγγύτητα, το πάθος και η απόφαση/δέσμευση.

  1. Εγγύτητα: H εγγύτητα περιλαμβάνει συναισθήματα οικειότητας και συνεκτικότητας. Περιγράφει τη ζεστασιά, τη θαλπωρή και την ευτυχία που βιώνονται εντός της σχέσης. Κεντρικός είναι ο ρόλος της αποκάλυψης, που συμβάλει στο μοίρασμα πολύ προσωπικών πληροφοριών και στην εγκαθίδρυση ενός πολύ ισχυρού συναισθηματικού δεσμού. Σε έρευνα των Sternberg&Crajek (1984 σε Sternberg, 2000) φάνηκε ότι η εγγύτητα χαρακτηρίζεται από τουλάχιστον δέκα στοιχεία, που είναι τα εξής:

α) Επιθυμούμε και επιδιώκουμε την ευημερία του αγαπημένου μας προσώπου, β) νιώθουμε ευτυχισμένοι με το σύντροφό μας, γ) θαυμάζουμε το σύντροφό μας, δ) μπορούμε να στηριζόμαστε στο αγαπημένο μας πρόσωπο σε ώρα ανάγκης, ε) ανάμεσα σε εμάς και στο αγαπημένο μας πρόσωπο υπάρχει αμοιβαία κατανόηση, στ) μοιραζόμαστε τον εαυτό μας και τα υπάρχοντά μας με τον αγαπημένο μας, η) δεχόμαστε συναισθηματική στήριξη από το σύντροφό μας, θ) προσφέρουμε συναισθηματική στήριξη στο σύντροφό μας, ι) επικοινωνούμε στενά με το αγαπημένο μας πρόσωπο, κ) αναγνωρίζουμε την αξία του αγαπημένου μας.

Αυτά τα συναισθήματα βιώνονται ως ολότητα και δεν είναι απαραίτητο να είναι παρόντα όλα τα παραπάνω για να νιώσει κανείς εγγύτητα.

  1. Πάθος: Το πάθος είναι το συστατικό στοιχείο των κινήτρων και χαρακτηρίζεται από «την έντονη επιθυμία να ενωθούμε με ένα άλλο πρόσωπο» (Ηatfield&Walster,1981 σε Sternberg, 2000). Δεν περιλαμβάνει μόνο την σεξουαλική επιθυμία αλλά και άλλες ανάγκες που αφορούν στην αυτοεκτίμηση, στη φροντίδα, στην αναγνώριση, στη κυριαρχία και στην υποταγή. Οι ανάγκες αυτές εκδηλώνονται τόσο μέσα από την ψυχολογική όσο και τη σωματική διέγερση, που συχνά αποτελούν μια αδιάσπαστη ενότητα. Έτσι συνυπάρχουν η έλξη, ο πόθος αλλά και φαντασιακά στοιχεία σχετιζόμενα με την εξιδανίκευση του συντρόφου και της σχέσης, που συνοψίζονται στην πεποίθηση ότι συμβαίνει κάτι «μαγικό». Ωστόσο, το πάθος θεωρείται ευμετάβλητο συστατικό και η δυνατότητά μας να το ελέγξουμε συνειδητά είναι ελάχιστη. Ο ρόλος του είναι σημαντικότερος στις βραχύχρονες σχέσεις.
  2. Απόφαση/δέσμευση: Είναι το γνωστικό συστατικό του έρωτα και συγκριτικά με τα άλλα δύο συστατικά υπόκειται στον έλεγχό μας σε μεγαλύτερο βαθμό. Το ότι μπορούμε να το ελέγξουμε δε σημαίνει απαραίτητα ότι έχουμε απόλυτη επίγνωση του επιπέδου της δέσμευσης. Η συνειδητοποίηση του μεγέθους της μπορεί να γίνει ξαφνικά όταν διάφοροι παράγοντες κλονίσουν τη σταθερότητα της σχέσης. Περιλαμβάνει δύο μέρη, ένα βραχύχρονο, που είναι η απόφαση μας ότι αγαπάμε ένα άτομο και ένα μακρόχρονο, που είναι η δέσμευσή μας να διατηρήσουμε τη σχέση αυτή. Αυτά τα δύο μέρη δεν συνυπάρχουν πάντα. Αν και δε χαρακτηρίζεται από την ένταση των άλλων δύο συστατικών, η συνεισφορά του δεν πρέπει να υποτιμάται. Όταν το ζευγάρι διανύει μια δύσκολη περίοδο, η διατήρηση της σχέσης θα εξαρτηθεί κατά πολύ μεγάλο βαθμό από το πόσο δεσμευμένα είναι τα άτομα στη σχέση και από το πόσο αποφασισμένα είναι να ξεπεράσουν τις όποιες δυσκολίες εμφανίζονται, με σκοπό να διαφυλάξουν το δεσμό τους.

Σύμφωνα με τον  Sternberg (1986) τα συστατικά αυτά, γίνονται αντιληπτά ως κορυφές ενός τριγώνου. Ανάλογα με την παρουσία ή απουσία του κάθε συστατικού, αλλά και την έντασή του, διαμορφώνεται το τρίγωνο του έρωτα, το οποίο διαφέρει τόσο σε μέγεθος όσο και σε σχήμα. Το σχήμα του τριγώνου καθορίζεται από την αλληλεπίδραση των συστατικών και αντιπροσωπεύει το είδος του έρωτα. Το μέγεθος καθορίζεται από το βαθμό παρουσίας ή και απουσίας του κάθε συστατικού και αντιπροσωπεύει την ένταση των συναισθημάτων, δίνοντας πληροφορίες για την ποιότητα της σχέσης.

Όταν μόνο ένα συστατικό είναι παρόν σε μία συγκεκριμένη σχέση διακρίνουμε τον «κενό έρωτα» (μόνο το συστατικό της απόφασης/δέσμευσης), «τον κεραυνοβόλο έρωτα» (μόνο το συστατικό του πάθους) και την «απλή αρέσκεια» (μόνο το συστατικό της εγγύτητας). Όταν υπάρχει συνδυασμός των συστατικών διακρίνουμε τα επόμενα τρία είδη: «άφρον έρωτας» (πάθος και δέσμευση), «ρομαντικός έρωτας» (πάθος και εγγύτητα), «συντροφικός έρωτας» (εγγύτητα και απόφαση/δέσμευση). Όταν και τα τρία συστατικά του έρωτα είναι παρόντα στον ίδιο βαθμό, γίνεται λόγος για τον «ολοκληρωμένο έρωτα», ενώ όταν και τα τρία συστατικά απουσιάζουν, για «απουσία έρωτα».

Το δίπολο πάθος-συντροφικότητα έχει συγκεντρώσει μεγάλο επιστημονικό ενδιαφέρον τις τελευταίες δεκαετίες. Σύμφωνα με τους Barnes&Sternberg (1997) η αγάπη μπορεί να θεωρηθεί ως η κορυφή ενός ιεραρχικού μοντέλου. Στη συνέχεια της ιεραρχίας μπορούν να διακριθούν δύο παράγοντες: ο «καυτός» παράγοντας του έρωτα πάθους και ο «ζεστός» παράγοντας του συντροφικού έρωτα (κάθε ένας από αυτούς τους δύο παράγοντες αποτελείται από επιμέρους υποομάδες). Αν και έχουν προταθεί διαφορετικοί ορισμοί για τις συγκεκριμένες κατηγορίες θα εστιάσουμε στο πώς ορίζονται από το Sternberg (1986).

Ρομαντικός έρωτας: Αποτελείται από το συνδυασμό των συστατικών του πάθους και της εγγύτητας και χαρακτηρίζεται από έντονη ψυχοβιολογική διέγερση και συναισθηματικό δέσιμο. Το συστατικό της απόφασης/δέσμευσης ενδέχεται να μην απουσιάζει τελείως, με την έννοια ότι το ζευγάρι μπορεί να έχει επίγνωση ότι αγαπιέται, χωρίς ωστόσο να δεσμεύεται για τη διατήρηση της σχέσης στο μέλλον.

Συντροφικός έρωτας: Τα συστατικά της εγγύτητας και της απόφασης/δέσμευσης είναι κυρίαρχα στη σχέση, ενώ το συστατικό του πάθους είτε απουσιάζει είτε υπάρχει σε πολύ μικρό βαθμό. Τόσο ο Sternberg όσο και άλλοι ερευνητές θεωρούν πως αυτό το είδος έρωτα περιγράφει είτε ζευγάρια είτε συζύγους που είναι πολλά χρόνια μαζί και που ενώ έχουν χάσει αρκετό από το αρχικό τους πάθος, εξακολουθούν να νιώθουν κοντά ο ένας στον άλλο. Τέτοιου είδους σχέσεις χαρακτηρίζονται περισσότερο από το βάθος των συναισθημάτων και όχι από την έντασή τους.

Σύμφωνα με το Sternberg (2000) το είδος έρωτα, ή αλλιώς το σχήμα του τριγώνου δεν είναι στατικό αλλά μεταβάλλεται μέσα στο χρόνο. Παραδείγματος χάριν, ένα ζευγάρι μπορεί στο ξεκίνημα της σχέσης του να ανήκει στην κατηγορία του ρομαντικού έρωτα και ύστερα από ένα χρονικό διάστημα να μεταβεί στην κατηγορία του συντροφικού έρωτα. Η μετάβαση αυτή οφείλεται στη διαφορετική πορεία που ακολουθούν τα τρία συστατικά.

Πορεία των συστατικών του έρωτα στο χρόνο

Η εγγύτητα στην αρχή απουσιάζει και σταδιακά αναπτύσσεται όσο προχωράει η σχέση. Καθώς στο αρχικό στάδιο της σχέσης, το ζευγάρι επιθυμεί να γνωριστεί όσο το δυνατόν καλύτερα, ο βαθμός της αυτό-αποκάλυψης αυξάνεται, με αποτέλεσμα να αναπτύσσεται ένα ισχυρό συναισθηματικό δέσιμο. Ο Sternberg (2000) διακρίνει την βιούμενη ή αλλιώς ορατή εγγύτητα και την μη ορατή, ανάλογα με το πόσο συνειδητή είναι στη σχέση. Ο βαθμός της ορατής εγγύτητας στην αρχή της σχέσης είναι χαμηλός και αυξάνεται σταδιακά. Αφού επιτευχθεί ένα ανώτατο σημείο, ο βαθμός της ορατής εγγύτητας αρχίζει με την πάροδο του χρόνου να μειώνεται, καθώς οι σύντροφοι έχουν διαμορφώσει μια ποικιλία σεναρίων και η αυτό-αποκάλυψη έχει μειωθεί σημαντικά, πιθανόν λόγω του αυξημένου κόστους που μπορεί να έχει για τη σχέση.

Η πορεία της μη ορατής εγγύτητας διαφέρει ανάλογα με την εξέλιξη της σχέσης. Σε μια «επιτυχημένη» σχέση, όσο η διάρκεια της σχέσης αυξάνεται, αυξάνεται και ο βαθμός της μη ορατής εγγύτητας, ενώ αντίθετα, όταν τα πράγματα δεν πηγαίνουν καλά, μειώνεται. Μικρές και αθώες αλλαγές στις συνήθειες του ζευγαριού ή άλλοτε μεγάλες και σοβαρές, είναι δυνατόν να βοηθήσουν στην εκ νέου συνειδητοποίηση της συναισθηματικής  τους εμπλοκής στη σχέση.

Η πορεία του πάθους περιγράφεται από τον Sternberg βάση τη θεωρία των ανταγωνιστικών διεργασιών του αποκτηθέντος κινήτρου (Solomon, 1980 σε Sternberg, 2000).  Ασκούνται ταυτόχρονα δύο ανταγωνιστικές διεργασίες, μια θετική που αναπτύσσεται γρήγορα και ατονεί εξίσου γρήγορα και μία αρνητική που αναπτύσσεται αργά και φθίνει επίσης αργά. Ήδη από την αρχή της σχέσης το πάθος μπορεί να βιώνεται σε πολύ μεγάλο βαθμό. Η ψυχολογική και σωματική διέγερση αυξάνονται ταχύτατα και φτάνουν ένα ανώτατο σημείο όπου αρχίζει να τίθεται σε ισχύ η αρνητική ώθηση και το πάθος αρχίζει να μειώνεται φτάνοντας σε ένα επίπεδο όπου οι δύο ανταγωνιστικές δυνάμεις βρίσκονται σε ισορροπία.

Επίσης η εγγύτητα αλληλεπιδρά με το πάθος. Οι Vohs&Baumeister (2004) υποστηρίζουν ότι όταν η εγγύτητα παρουσιάζει γρήγορη και μεγάλη αύξηση, τα επίπεδα του πάθους είναι υψηλά. Αντίθετα, όταν τα επίπεδα της εγγύτητας παραμένουν σταθερά, ανεξάρτητα από το μέγεθός τους, το πάθος θα βρίσκεται σε χαμηλά επίπεδα. Oι Rubin&Campel (2012) διεξήγαγαν μία έρευνα με 67 ετεροφυλόφιλα ζευγάρια μετρώντας επί 21 συνεχόμενες μέρες τα επίπεδα πάθους, εγγύτητας, τη σεξουαλική ικανοποίηση και το πότε τα ζευγάρια είχαν σεξουαλικές επαφές. Κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η καθημερινή αύξηση της εγγύτητας προβλέπει υψηλότερα επίπεδα πάθους, υψηλότερη πιθανότητα για σεξουαλική συνεύρεση και περισσότερη σεξουαλική ικανοποίηση. Σύμφωνα με τα παραπάνω, το πάθος, αν και παρουσιάζει χαμηλότερα επίπεδα στις συντροφικές σχέσεις, είναι δυνατόν να αναζωπυρωθεί από την αλλαγή στα επίπεδα της εγγύτητας.

Η πορεία της απόφασης/δέσμευσης διαφέρει ανάλογα με την επιτυχία ή αποτυχία της σχέσης. Στην αρχή της σχέσης η απόφαση/δέσμευση είναι πολύ χαμηλή και αυξάνεται σταδιακά. Στην επιτυχημένη σχέση θα συνεχίσει να αυξάνεται και θα σταθεροποιηθεί δημιουργώντας μια καμπύλη που μοιάζει με s. Αντίθετα, εάν η σχέση αρχίσει να φθείρεται θα αρχίσει να μειώνεται και η δέσμευση.

Ο C. Yela (1998) προσπάθησε να διασαφηνίσει τη χρονική στιγμή κατά την οποία επέρχεται η προβλεπόμενη μείωση ή αύξηση του κάθε συστατικού του έρωτα. Προτείνει μια διπλή διάσταση του συστατικού του πάθους διαχωρίζοντας το ερωτικό από το ρομαντικό πάθος. Το ερωτικό πάθος αναφέρεται στη σωματική διάσταση του έρωτα περιλαμβάνοντας την φυσική έλξη, την σεξουαλική επιθυμία κ.α. Αυξάνεται πολύ γρήγορα φτάνοντας στο μέγιστο επίπεδο περίπου τους πρώτους έξι μήνες της σχέσης και έπειτα μειώνεται εξίσου γρήγορα. Το ρομαντικό πάθος περιλαμβάνει ιδέες και πεποιθήσεις γύρω από τις σχέσεις, επηρεασμένες από τα πολιτισμικά χαρακτηριστικά, όπως παραδείγματος χάριν την πίστη σε κάτι μαγικό στη σχέση ή στην παντοδυναμία της αγάπης. Αυτή η διάσταση του πάθους αναπτύσσεται για περισσότερο χρονικό διάστημα φτάνοντας το μέγιστο σημείο στα 4 χρόνια. Έπειτα μειώνεται με πιο αργούς ρυθμούς και σε πιο ήπιο βαθμό. Η εγγύτητα αυξάνεται ραγδαία τα 4 πρώτα χρόνια και ακολουθείται από μέτρια ανάπτυξη και σταθεροποίηση. Η δέσμευση, αν και αρχικά δεν είναι σημαντικό συστατικό της σχέσης, αυξάνεται συνεχώς τα πρώτα 4 χρόνια και μετά αρχίζει να σταθεροποιείται.

Ο C.Yela (1998) διακρίνει τρείς κύριες φάσεις των ερωτικών σχέσεων: η φάση του να είναι κανείς ερωτευμένος, η φάση του περιπαθούς έρωτα και τέλος η φάση του συντροφικού έρωτα.

Φάση 1: Περιλαμβάνει κυρίως τους πρώτους 6 μήνες της σχέσης και χαρακτηρίζεται από ραγδαία αύξηση όλων των συστατικών του έρωτα ιδιαίτερα του ερωτικού πάθους.

Φάση 2: Πρόκειται για το διάστημα από τους 6 μήνες μέχρι τα 4 έτη. Η εγγύτητα και η δέσμευση αυξάνονται και κατέχουν όλο και σημαντικότερη θέση στη σχέση. Αντίθετα με το ερωτικό πάθος, το οποίο έχοντας φτάσει το μέγιστο σημείο αρχίζει να φθίνει, το ερωτικό πάθος εξακολουθεί να αυξάνεται.

Φάση 3: είναι η περίοδος από τα 4 έτη και μετά και χαρακτηρίζεται από τη σταθερή μείωση του ερωτικού και ρομαντικού πάθους ενώ η εγγύτητα και η δέσμευση φτάνουν το μέγιστο επίπεδο.

Οι Acker&Davis (1992) υποστηρίζουν ότι η πορεία των συστατικών στο χρόνο δεν επηρεάζεται μόνο από τη διάρκεια αλλά και από το στάτους της σχέσης.  Οι πιο σοβαρές σχέσεις (αρραβώνας, γάμος) παρουσιάζουν μεγαλύτερα επίπεδα δέσμευσης . Η διάρκεια της σχέσης φαίνεται να έχει επίδραση στην εγγύτητα και το πάθος. Συγκεκριμένα, στις μακροχρόνιες σχέσεις  παρατηρείται λιγότερη έκδηλη εγγύτητα και έκδηλο πάθος συγκριτικά με τις βραχύχρονες σχέσεις.

Βιβλιογραφία

Acker, M., & Davis, M. H. (1992). Intimacy, passion and commitment in adult romantic relationships: A test of the triangular theory of love. Journal of Social and Personal Relationships, 9, 21–50.

Barnes, M. L., & Sternberg, R. J. (1997). A hierarchical model of love and its prediction of satisfaction in close relationships. In R. J Sternberg & M. Hojjat (Eds.), Satisfaction in close relationships (79-101). New York, US: The Guilford Press.

Hendrick, C., & Hendrick, S. S. (2006). Styles of romantic love. In R. J. Sternberg & K. Weis (Eds.), The psychology of romantic love (149-170). New Haven, CT: Yale University Press.

Masuda, M. (2003). Meta-analyses of love scales: do various love scales measure the same psychological constructs? Japanese Psychological Research, 45(1), 25-37.

Rubin, R., & Campbell, L. (2012). Day-to-day changes in intimacy predict heightened relationship passion, sexual occurrence, and sexual satisfaction: a dyadic diary analysis. Social Psychological and Personality Science, 3(2), 224-231.

Sternberg, R. J. (1986). A triangular theory of love. Psychological Review, 93, 119–135.

Sternberg, R. J. (2000). Αγάπη, οι διαδρομές του έρωτα στο χρόνο. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

Yela, C. (1998). Temporal course of the basic components of love throughout relationships. Psychology in Spain, 2(1), 76–86.

Vohs, K. D., & Baumeister, R. F. (2004). Sexual passion, intimacy, and gender. In D. J. Mashek & A. P. Aron (Eds.), Handbook of closeness and intimacy (189-199). New Jersey, US: Lawrence Erlbaum Associates, Inc.